Οι Άνθρωποι “Όλα Και Πολύ”, Δεν Αντέχουν Τη Ζωή Στον Μέσο Όρο

«Ξέρεις κάτι; δε είσαι άνθρωπος του μέσου όρου» μου είχες πει κοιτώντας με γλυκά. «Δεν μοιάζεις στις άλλες, είσαι τόσο διαφορετική».

Πώς να μην είμαι ξεχωριστή, όταν σε επέλεξα εγώ και όχι εσύ; Όταν δεν ήλθες στη ζωή μου σαν ένα διάλειμμα στη μοναχικότητα και τη σιωπή, που αγαπάω; Αγόρασα μόνη μου το εισιτήριο και σου ζήτησα να με ταξιδέψεις. Εσύ απλά υπήρχες και περίμενες τη στιγμή που θα με γοητεύσει το χαμόγελό σου και τα κρυμμένα μυστικά στο βλέμμα σου.

Ήμουν μαζί σου με τη δίψα ενός εξερευνητή. Για να σε ανακαλύψω χωρίς να σε κατακτήσω ολοκληρωτικά. Χωρίς να περιμένω πράγματα από εσένα. Χωρίς πλάνα. Χωρίς να σκέφτομαι πώς θα μοιάζει το κοινό μας σπίτι, η μεγάλη μας ημέρα, τα παιδιά μας. Μόνο για εσένα ήλθα. Για αυτό το παρόν που τόσο λαχταρούσα να ζήσω.

Όπως έρχονται οι γυναίκες που ερωτεύονται βαθιά. Που ψάχνουν την αληθινή ψυχή που έθαψες κάτω από μια τακτοποιημένη ζωή και μια φαινομενική ευτυχία. Οι γυναίκες που αγαπάνε στ’ αλήθεια έρχονται μόνο για σένα. Δεν σκίζουν σελίδες με νυφικά για να σου τις δείξουν. Δεν σου λένε τι χρώμα πλακάκια θέλουν στην κουζίνα. Δε σε κάνουν επίδειξη στην οικογενειακή γιορτή. Δεν σου φοράνε το ταμπελάκι του μελλοντικού συζύγου, του πατέρα, του συντρόφου.

Loading...

Απλώς κρατάνε το χέρι σου σφιχτά και σε ακολουθούνε όπου τις πας. Γνωρίζεις ότι θα είναι πάντα εκεί όταν πέφτεις για να σε μετατρέψουν πάλι σε γίγαντα με την αγάπη τους. Τι κι αν τα κάνεις όλα λάθος; Τι κι αν απέτυχες, λύγισες, έκλαψες, πιέστηκες, τα έκανες θάλασσα;

Παραμένεις ο μοναδικός τους γιατί κανένας δεν αποτυγχάνει, λυγίζει, κλαίει, πιέζεται, τα κάνει θάλασσα όπως εσύ. Μιλάνε με θαυμασμό για σένα στους άλλους και σε κρατάνε μακριά από τη γνώμη των άλλων, σα να είσαι ό,τι πιο πολύτιμο.

Γελάνε σαν μικρά παιδιά όταν είναι δίπλα σου και τρέμουν όταν τις αγκαλιάζεις. Μιλάς και σε ακούνε με προσοχή σα να ρουφάνε τα λόγια σου. Είσαι το παιδί τους και καμία φορά γίνονται και εκείνες το κορίτσι σου. Υπομένουν στωικά τη μάχη απέναντι στα θέλω και στα πρέπει σου. Σου κάνουν περισσότερες εκπλήξεις απ’ ότι εσύ και σκηνοθετούν κάθε στιγμή μαζί σου για να είναι αξέχαστη.

Δεν ταιριάζει ο μέσος όρος στον έρωτα, μόνο η συνειδητοποιημένη υπερβολή. Δε σου θύμιζα το μέσο όρο γιατί δεν είχες ξαναζήσει αντίστοιχη λατρεία στο πρόσωπό σου. Ούτε καρτερικότητα. Ούτε καλοσύνη. Ούτε γενναιοδωρία.

Πάντα περίμενες καχύποπτα να σου ζητήσω κάτι περισσότερο, να ξεδιπλωθεί η πλοκή, να επιβεβαιωθεί ο φόβος σου ότι κατά βάθος είμαι σαν όλες τις άλλες. Να δεις τον εαυτό σου να μετατρέπεται από είδωλο σε κουβαλητή, χορηγό, πάτερ φαμίλια, να καταπιέσω τα όνειρά σου κάτω από τις μικροαστικές μου προσδοκίες, να γίνουμε κι εμείς σαν όλους τους άλλους, συνέταιροι στη ζωή και αποτυχημένοι στον έρωτα.

Όμως τίποτα από όλα αυτά δε συνέβη. Έφυγα από τη ζωή σου όταν επέλεξες να γίνεις σαν όλους τους άλλους, όπως φεύγουν οι γυναίκες που δεν ανήκουν στο μέσο όρο.

Δεν σε εγκαταλείπουν γιατί τις πλήγωσες αλλά γιατί κατέστρεψες το πάθος που είχαν για εσένα. Η ανάμνησή σου παραμένει χαραγμένη στο δέρμα. Κάποιες νύχτες μυρίζω με τη φαντασία μου το άρωμά σου στο δωμάτιο. Περνάω από εκείνο το χαριτωμένο στέκι που βρισκόμασταν κρυφά και ακόμη δεν μπορώ να πιστέψω ότι δε θα σε δω να κάθεσαι στην ίδια καρέκλα με εκείνο το αμήχανο ύφος στο πρόσωπό σου.

Μπορεί κι εσύ να θυμάσαι…Τη φωνή μου, το ροζ μετάξι στο σώμα μου, το σπίτι μου που μύριζε τριαντάφυλλο, τα τακούνια που χτυπούσαν ρυθμικά κάθε φορά που σου άνοιγα την πόρτα.

Μπορεί να επέλεξες να ξεχάσεις… Να έσβησε η εικόνα μου μέσα σε θλιβερές κοινοτοπίες του μέσου όρου, τα ρούχα που πρέπει να βάλεις στο πλυντήριο, την οικογένεια που πρέπει να φτιάξεις, τη ζωή σου που πρέπει να ζήσεις με ρόλους που δεν επέλεξες εσύ, εκείνη που δεν έγινε ποτέ σαν εμένα και τα ήθελε όλα παραδοσιακά και τακτοποιημένα και με στόχο. Το συνηθισμένο σπιτικό που θα σε βολέψει, κόντρα στο δημιουργικό χάος που δεν μπορούσες να αντέξεις.

Ο δικός μου στόχος ήταν να σε αγαπήσω δίχως όρια. Όπως κάνουν οι γυναίκες που δε ζουν στο μέσο όρο. Φωτίζουν τη ζωή σου με τόση λάμψη και ύστερα βυθίζονται για πάντα στο ίδιο γνώριμο σκοτάδι. Αναρωτιέσαι αν υπήρξαν ποτέ ή αν τις φαντάστηκες.

Βασανίζεις το μυαλό σου, προσπαθώντας να καταλάβεις από τι υλικό είναι φτιαγμένες. Αναρωτιέσαι γιατί δε σου μιλάνε πια. Πώς γίνεται η δική σου μπαλαρίνα να είναι τόσο σκληρή;

Γιατί εσύ μπήκες πλέον στον μέσο όρο.

Κι εγώ παρέμεινα να νιώθω, να πονάω, να ερωτεύομαι και να σε θυμάμαι με τη δική μου χαρακτηριστική υπερβολή… Γαμώτο, σ’ αγαπούσα πάνω από τον μέσο όρο!

 

Πηγή: loveletters.gr

Γράφει η Blonde Commando

Loading...